Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Επιεικώς... Παράπονο


Ριγμένος μέσα σε έναν ασφυκτικά στενό και βαθειά σκοτεινό χώρο μιας συνεχούς, ιδιότυπης καί γενικευμένης απώλειας, μέσα σε έναν βουβό καί άδειο από μάρτυρες καί μαρτυρίες χώρο οδυνηρής στέρησης καλών καί φωτεινών στοιχείων ζωής, προσπαθώ απεγνωσμένα να αυτοπροσδιοριστώ καί να προσδιορίσω.

Στριφογυρίζοντας, χαμένος κυριολεκτικά, μέσα σ’ αυτό τό κελί πού κατ’ ευφημισμό τό ονομάζω «Ζωή» μου καί μέ μοναδικό δικαίωμα να μπορώ να έχω απλωμένα τα χέρια τής επιθυμίας καί τής αναζήτησης, ένιωσα κι’ εγώ κάποιες στιγμές τό αίσθημα τής ικανοποίησης, επειδή επιτέλους κάτι είχα αγγίξει, κάτι είχε βρεθεί για να κρατώ στα χέρια μου !

Πόση αξία όμως μπορούν να έχουν τα ευρήματα, τα οποιαδήποτε ευρήματα, μέσα σ’ έναν τόσο κακό καί σκοτεινό χώρο ;
Πόση αξία, πόση δύναμη, αλλά καί πόση διάρκεια μπορούν να έχουν τα παραγόμενα, λόγω και μέσω τής απόχτησης συναισθήματα, όταν ό ειδικός χώρος μέσα στον οποίον ορίσθηκε να υπάρχω καί να ζω, είναι τέτοιος πού μέ κάνει να αναρωτιέμαι συνεχώς καί εξαντλητικά άν γι’ αυτό πού βρίσκω καί κρατώ στα χέρια μου κάθε φορά θα πρέπει να νιώθω συναισθήματα χαράς καί ικανοποίησης ή αντίθετα να τρομάζω καί να λιώνω από απογοήτευση ;

Είναι αδιανόητο καί ασύλληπτο, άλλωστε, τό πόσο άσχημα υπονομεύεται καί στό τέλος εξασθενεί ή ικανότητα, αλλά καί ή δυνατότητα αξιοποίησης όλων ανεξαιρέτως των προσόντων μου μέσα σ’αυτόν τό χώρο.

Πόση αξία αλλά καί τί νόημα μπορούν να έχουν οί οποιεσδήποτε πνευματικές μου ικανότητες, όταν μού απαγορεύεται μέσω αντίθετων καί αντιφατικών ιδιοτήτων καί λειτουργιών των ευρημάτων μου, να διακρίνω καί να ξέρω άν αυτό πού βρίσκω καί έχω κάθε φορά, είναι εύρημα χαράς ή λύπης ;

Πώς θα μπορούσα να μη καταφεύγω έτσι στον επικίνδυνο μερικές φορές χώρο τής φαντασίας, στη προσπάθειά μου να ερμηνεύσω τό φαινόμενο τής ζωής μου;

Όταν δυστυχώς διαπιστώνω ότι είμαι συνεχώς καταδικασμένος να νιώθω τό συναίσθημα τής χαράς, μόνο καί μόνο επειδή κατάφερα καί βρήκα κάτι καί τό συναίσθημα της λύπης στη συνέχεια, επειδή έχασα αυτό πού είχα βρει, χωρίς όμως να διευκρινίζεται ποτέ άν αυτό ήταν τελικώς καλό ή κακό, ωραίο ή άσχημο, άν δίκαια καί δικαιολογημένα χάρηκα ή λυπήθηκα, αλλά κυρίως, αν για μια ακόμα φορά αδίκησα ή αδικήθηκα.  

Πόσο τραγικά ειρωνικό είναι, άλλωστε, όταν μέσα από μια αναπόφευκτη άγνοια, χαίρεται κάποιος για μερικά πράγματα για τα οποία θα έπρεπε να λυπάται, αλλά καί τό αντίθετο.
Πόση αξία μπορεί να έχει τό αίσθημα ακόμα και μιας μικρής ικανοποίησης μέσα σ’ έναν τέτοιο χώρο, αλλά καί μια έστω τέτοια ικανοποίηση μέσα σ’ έναν οποιοδήποτε άλλο χώρο, κάτω όμως από τέτοιες συνθήκες;

Όταν ή έννοια τής ικανοποίησης λοιπόν περιορίζεται, δεσμεύεται καί παρέχεται επίμονα εκ φύσεως καί προκλητικά εκ μοίρας μόνο μέσα σέ σκοτεινό χώρο.
Όταν περιορίζεται καί παρέχεται μόνο μέσα στα όρια της απόχτησης καί δεν απλώνεται ούτε κατ’ ελάχιστον μέσα στον φωτισμένο καί άρα ορατό χώρο μέ τις αληθινές καί σταθερές ιδιότητες τού αποκτηθέντος, προκειμένου να τρέφεται καί ν’ αναπτύσσεται απ’ αυτές ή σέ αντίθετη περίπτωση να υποχωρεί καί να εξαφανίζεται ώστε να μη προσφέρει θέαμα, τό θέαμα τού παράλογου και κυρίως του άδικου, τότε...

Τότε δεν μού αρκεί, δεν δέχομαι, δεν ανέχομαι καί δεν συμβιβάζομαι μέ τήν υποτυπώδη ικανοποίηση τής σκέτης απόχτησης μέσα σέ σκοτάδι. 

Γι’ αυτό, δεν μού αρκεί  καί δεν με ικανοποιεί πού απλώς ζω ή... πού ζω έτσι.


                                                                                                                       

                                                                                                                                            Κώστας Κωνστανταρίδης